6974 641 563 vgeorgakis@gmail.com

ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΤΗΣ ΚΥΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΝΕΟΓΝΟ

Οι διαταραχές μεταβολισμού των υδατανθράκων συμβαίνουν συχνά κατά την κύηση με αποτέλεσμα 5% περίπου των εγκύων να παρουσιάζει σακχαρώδη διαβήτη της κύησης, κάτι που επηρεάζει δυσμενώς την υγεία του εμβρύου και του νεογνού. Η σημαντικότερη αιτία για την οποία ασυμπτωματικές γυναίκες δεν κατορθώνουν να αντιρροπήσουν διαβητικές τάσεις στη διάρκεια της κύησης είναι η προοδευτική αύξηση στην αντίσταση στην ινσουλίνη. Άλλοι λόγοι για τη διαβητογόνο προδιάθεση κατά την κύηση είναι η αυξημένη λιπόλυση και οι μεταβολές στη γλυκονεογένεση που φυσιολογικά συμβαίνουν.

Η επίδραση του σακχαρώδους διαβήτη της κύησης στο έμβρυο σχετίζεται εν μέρει με τη βαρύτητά του, που εξαρτάται από την ηλικία έναρξης, τη διάρκεια της θεραπείας με ινσουλίνη και την παρουσία αγγειοπάθειας. Ο ανεπαρκώς ελεγχόμενος σακχαρώδης διαβήτης συνεπάγεται υπεργλυκαιμία της εγκύου με αποτέλεσμα την πρόκληση εμβρυικής υπεργλυκαιμίας, η οποία διεγείρει το εμβρυικό πάγκρεας οδηγώντας σε υπερπλασία των νησιδίων Langerhans (οι συγκεντρώσεις γλυκόζης στο έμβρυο είναι μικρότερες, αλλά ευθέως ανάλογες προς τις συγκεντρώσεις στη μητέρα). Η υπερινσουλιναιμία του εμβρύου έχει δράση αυξητικής ορμόνης στο τελευταίο τρίμηνο της κύησης και προκαλεί αύξηση της σύνθεσης λίπους και πρωτεϊνών και μακροσωμία του εμβρύου, το οποίο αποκτά μεγάλο μέγεθος για την ηλικία κύησης. Η υπερινσουλιναιμία παραμένει και μετά τη γέννηση προκαλώντας νεογνική υπογλυκαιμία.

Πιο αναλυτικά, μη ελεγχόμενος σακχαρώδης διαβήτης έχει σαν αποτέλεσμα στο 1ο τρίμηνο κύησης συγγενείς ανωμαλίες, αυτόματες εκτρώσεις, πρώιμη καθυστέρηση της ανάπτυξης. Στο 2ο και στο 3ο τρίμηνο προκαλεί μακροσωμία, οργανομεγαλία, χρόνια υποξαιμία, περιγεννητική ασφυξία, πρόωρους τοκετούς, θνησιγένεια. Επιπλέον λόγω του μεγάλου μεγέθους του εμβρύου μπορούν να προκληθούν κακώσεις κατά τη διάρκεια του τοκετού. Όσον αφορά στο νεογνό, εκτός από υπογλυκαιμία, μπορεί να εμφανίσει υπασβαιστιαιμία, σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας, πολυερυθραιμία και υπερχολερυθριναιμία.

Γίνεται λοιπόν σαφής η αναγκαιότητα της ενημέρωσης της διαβητικής μέλλουσας μητέρας καθώς και της ασυμτωματικής εγκύου, για τη σημασία της σωστής ρύθμισης του σακχάρου και των επιπτώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Θα πρέπει να τονισθεί στην έγκυο ότι η περίοδος γύρω από τη σύλληψη και κατά την οργανογένεση είναι οι πιο κρίσιμες και ότι η σωστή ρύθμιση του σακχάρου του αίματος θα αποτρέψει τους παραπάνω κινδύνους. Για τον αποκλεισμό της διαβητικής εμβρυοπάθειας θα πρέπει να ελέγχεται η α-φετοπρωτεϊνη (α-FP) κατά τη 16η εβδομάδα της κύησης, να γίνεται συχνή υπερηχογραφική παρακολούθηση του εμβρύου για αποκλεισμό των συγγενών ανωμαλιών. Η καλή κατάσταση του εμβρύου κατά το τέλος της κύησης πρέπει να ελέγχεται με την καρδιοτοκογραφική δοκιμασία ηρεμίας  NST), καρδιοτοκογραφική δοκιμασία διέγερσης (OCT) και με τροποποιημένο βιοφυσικό προφίλ του εμβρύου. Τέλος θα πρέπει να τονισθεί στη διαβητική ασθενή η ανάγκη παρακολούθησης σε ειδικό κέντρο για διαβητικές εγκύους, όπου παρέχεται ο σωστός προγεννητικός και περιγεννητικός έλεγχος και η συνεργασία μαιευτήρα, ενδοκρινολόγου, νεογνολόγου αποτελεί τη βάση για την επιθυμητή εξέλιξη.

Πηγές : Nelson textbook of Pediatrics, Νεογνολογία Κώσταλος

Επικοινωνία | 6974641563